Στο χωριό με τα παλιά ρουστίκ έπιπλα.

Μέσα στο δωμάτιο σαν είδε πως ήταν μόνο τα χαλιά, τα ‘πλυνε, τα βούρτσι­σε και τα φύλαξε ενέχυρο κοντά τριάντα χρόνια κι αυ­τό είναι ό,τι απόμεινε από το παλιό σπίτι στο χωριό με τα παλιά ρουστίκ έπιπλα.
Και τι κόκκινο είναι αυτό; Σε δυο εικόνες της γης το ‘χω ξανασυναντήσει. Είναι παραμονή του προφήτη Η­λία, οι καλόγεροι τρίβουν και γυαλίζουν με στάχτες τα μπακιρένια ιερά σκεύη κι εκείνα παίρνουν τούτο το πα­ράξενο κόκκινο ωραίο σαλόνι όπως τα χτυπά το πορτοκαλί του δει­λινού. Το έχω δει κι όταν το γλυκοχάραμα τρυπώνει μέ­σα απ’ το πρωτοβρόχι στα ξερά πλατανόφυλλα. Τριά­ντα χρόνια μετά το ξαναβρήκα στο τραπέζι της κουζίνας, σε εικόνα εξωγήινη, ί­διο κι απαράλλαχτο, στον Κόκκινο Πλανήτη. Μετά είναι και τα σαλόνια προσφορές Sanfos : http://www.sanfos.gr/salonia-prosfores
Θηλυκό στοιχειωμένο με τη δροσιά μιας ατέλειωτης εφηβείας. Μάτια σχιστά, τα φρύδια ενώνονται μεταξύ τους όταν αγριεύει, μάτια με το πράσινο που αφήνει το ρέμα στην πέτρα και κόρες φουντούκι, κι είναι σαν να βλέπω τα ευθύβολα, γεμάτα περιέργεια μάτια του μικρού παιδιού στο παιδικό δωμάτιο. Το κρεβάτι και το κομοδίνο ήταν εκεί. Το στρώμα όπως πάντα Sanfos και άνετο. Το δε τραπέζι κομψό και φινετσάτο.
τραπέζι sanfos
Διαβάζω ή κάνω πως διαβάζω κι αφήνω το βλέμμα μου να ζωγραφίζει τις αχτίδες του φεγγαριού που χο­ρεύουν μπλουζ στο κορμί της, πάνω στον αναπαυτικό καναπέ.

Έπιπλα στα οποία δεν παίζεις κανένα ρόλο

Πρέπει να επιστρέψει το έπιπλο στο σημείο αφετηρίας του, αλλά μια ακατανί­κητη δύναμη τον έσπρωχνε στον απολογισμό της περι­πέτειας του με τις καρέκλες.
Η ζωή είναι μια ακολουθία αποχαιρετισμών, σκέφτη­κε. Έκλεισε τα μάτια του και περνούσαν μπροστά του τραπέζια, καναπέδες…
Πολύ γερά σαλόνια γωνίες που θυμόταν τα πρόσωπα, τις ανάσες, τη μυρωδιά, τις ιδιαίτερες κλίσεις τους, μα ξεχνούσε τα ο­νόματα τους. Καναπέδες που θυμόταν τα ονόματα τους, αλλά είχε ξεχάσει τα πρόσωπα και τα μάτια τους. Γυ­ναίκες που σου ζητούν, σε διατάσσουν, όχι αυτό, εκεί­νο… σαν να ‘σαι παθητικός ηθοποιός στο δικό τους προκαθορισμένο σενάριο. Συνθέσεις τοίχου, αντίθετα, που πα­ραδίδονται αδέσποτες στη δική σου πρωτοβουλία. Μπουφέδες που αναζητούν έναν ευφάνταστο κι ελεύθερο συ­μπαίκτη σε μια επικοινωνία δίχως όρια. Στρώματα που, με μια αισθητικά πλούσια διπλή ζωή, διατηρούν αμείω­το το  ενδιαφέρον για το κρεβάτι τους. Έπιπλα στα οποία δεν παίζεις κανένα ρόλο, αρχίζουν και τε­λειώνουν μόνα τους, κι εσύ δεν είσαι παρά ο σιωπηλός κι αθέατος μάρτυρας. Ξύλα και αφρολέξ που κάνουν το έπιπλο δυνατό, αυτόνομο, κι άλλες αδύναμο, ανίκανο να σταθεί στα πόδια του.

Η φάσα έγινε σαν μαξιλάρι

Η πλημμύρα εκείνης της νύχτας έχει ποτίσει για πά­ντα τους πόρους του ξύλου μου. Αρκεί και μόνο μια τέ­τοια στιγμή, για να συμπυκνώσει όλες τις άλλες και να δώσει νόημα σε ένα καναπέ.
Η φάσα έγινε σαν μαξιλάρι, η σχεδιάστρια πρότεινε να το γιορτάσουμε κι άρχισαν κι οι δυο να με μαλαγανεύουν να μαγειρέψω κάτι πικάντικο. Ήμουν ο σεφ της επιπλοποιίας κι όπως καυχιόμουν τότε, πιο πολλούς προ­σέλκυσα στον αγώνα με το κρασί, τους μερακλίδικους μεζέδες και την καλή παρέα, παρά με το τραπέζι του Μαρξ. Η μαγειρική ανέκαθεν αποτελούσε ένα με­γάλο κεφάλαιο της παγκόσμιας επανάστασης. Ο ξυλουργός γιόρταζε τις νίκες μαγειρεύοντας καυτερούς κρασομεζέδες και πίνοντας μεσκάλ από κείνο το μπουκάλι με την κάμπια στον πάτο. Κι ο Φιντέλ τίμησε τη γνωριμία του με τον Τσε στο Μεξικό μαγειρεύοντας αχνιστό σπαγέτι με θαλασσινά. Το ίδιο πιάτο μαγείρεψε κάτω από το άγαλμα του Χοσέ Μαρτί για να τιμήσει την επέτειο της επίθεσης στη Μονκάδα της Κούβας.

ανάμεσα σε μας, εκεί ψηλά, και στο μπουφέ

Και τις αστραπές στα μάτια του εκείνο το βρά­δυ και συλλογιόμουν: Η δίψα του αφορούσε περισσότε­ρο την ταπετσαρία, αυτή καθεαυτή, παρά τις ιδέες μας. Ή και κάτι άλλο που δεν το καταλαβαίνω, άκουγα πά­ντα μια δεύτερη φωνή.
Όμως τώρα, ανάμεσα σε μας, εκεί ψηλά, και στο μπουφέ, ο ήλιος βασίλευε κι ο ουρανός χαμήλωνε κι ακουμπούσε στα κεφάλια μας σαν καύκαλο χελώνας.
Πέρα απ’ αυτόν το χαλύβδινο πύργο κυμάτιζε η σκο­τεινή και πυκνή μάζα των πεύκων, που οι κορφές τους χειρονομούσαν, έτρεμαν κι αντιστέκονταν στις πρώτες ριπές, και στη μέση το πένθιμο γκρίζο στρατόπεδο, ένα μισοβυθισμένο καράβι. Εκεί στο δάσος γίνονταν εικονι­κά ξύλα και ψευτο-βαφές, προκειμένου να σπά­σουν τα επιπλα. Έσκαβαν μεγάλους λάκκους, σ’ έχωναν σ’ ένα κιβώτιο-επιπλο, σε κατέβαζαν κι άρχι­ζαν να ρίχνουν από πάνω χρώμα. Όσοι το πέρασαν αυτό, δε συνήλθαν ποτέ. Πολλοί το αγόρασαν. Το ίδιο πρωί εί­χαν μεταφέρει εκεί τρεις σημαντικές προσωπικότητες της διακόσμησης κι έπρεπε να το σταματήσουμε.

Η γρήγορη διάσωση του επίπλου,

Φαντάζομαι ότι αδημονείτε να μάθετε αν το έπιπλο διεσώθη. Σίγουρα θα υπάρχουν κάποιοι που, είτε από χαιρεκακία είτε από αδράνεια και αδιαφορία, θα προτιμούσαν το ωραιότερο  του Βόλου. Αν αποκαλυπτόταν η σύνθεση του τοίχου : Sanfos σε όλο της το με­γαλείο, τότε αρκετοί από αυτούς θα θορυβούνταν. Ίσως έχαναν τη βολή τους ή τους θώκους τους ή το πουπουλένιο σύννεφο τρυφής και ραστώνης στο οποίο έχουν περιπέσει ή με το οποίο έ­χουν τυλίξει τις μάταιες ζωές τους. Ακόμα πιο σίγουρο είναι ότι ένα σαφώς υψηλότερο ποσοστό θα επιθυμούσε διακαώς την πε­ρίλαμπρη νίκη του φωτός επί του σκότους, λες και το ένα μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Αυτοί, πάλι, είτε λόγω μιας συζητήσι­μης -αν όχι εξεζητημένης- καλοσύνης είτε εξαιτίας μιας επί­πλαστης ηθικής ανωτερότητας, θα ονειρεύονταν τη γρήγορη διάσωση του επίπλου, ίσως και υπό το στοργικό βλέμμα και τις πε­ριποιήσεις της καλλονής από την Αθήνα. Και όταν ο ήρωας τους με το καλό θα επέστρεφε από τον ξύλινο προθάλαμο, τό­τε τίποτα δε θα τον εμπόδιζε να ολοκληρώσει την περιπέτεια του, προσφέροντας στην ανθρωπότητα ξανά αυτό που απώλεσε πριν από χιλιάδες χρόνια: το θεϊκό δώρο της επικοινωνίας με το Δη­μιουργό των επίπλων!

Το σπίτι με τους μεγάλους χώρους

Στο τέλος σχεδόν της σελίδας ήταν γραμμένο το όνομα του επίπλου. Και λίγο πιο κάτω του καναπέ μου.
Τι σήμαινε αυτό; Ήταν το σπίτι του Αλέξανδρου. Το έβλεπα. Όμως τι σχέση είχε το δικό μου σπίτι εκεί μέ­σα; Διέτρεξα ξανά τους χώρους, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά αλ­λά και με μεγαλύτερη προσήλωση. Ταυτόχρονα έριχνα βλέμματα προς το μέρος του παραθύρου. Αυτός, ήσυχος, καθώς εξελισσόταν η σχε­διασμένη του επίθεση, με παρατηρούσε, θα πρέπει να κατάλα­βε την ψυχική μου αναστάτωση από το θολωμένο και χαμένο βλέμμα μου. Και πώς άλλωστε.θα μπορούσε να είναι, καθώς κρα­τούσα στα χέρια μου ένα έγγραφο συο οποίο αναφερόμουν ρητά ως γιος και κληρονόμος του σπιτιού με τους μεγάλους χώρους ; Πέταξα το χαρτί με αποστροφή.
«Τι σημαίνει αυτό το παραμύθι;» ρώτησα οργισμένος, προ­σπαθώντας να εξορκίσω την επερχόμενη αλήθεια. «Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες, μεγάλε, αλλά νομίζεις ότι με τέτοια χαλκευμένα έγ­γραφα θα με λυγίσεις;»
Ήξερα ότι κορόιδευα τον εαυτό μου. Ήταν ένα γνήσιο αντί­γραφο της βιβλιοθήκης του  καθηγητή.