ανάμεσα σε μας, εκεί ψηλά, και στο μπουφέ

Και τις αστραπές στα μάτια του εκείνο το βρά­δυ και συλλογιόμουν: Η δίψα του αφορούσε περισσότε­ρο την ταπετσαρία, αυτή καθεαυτή, παρά τις ιδέες μας για τα νέα έπιπλα. Ή και κάτι άλλο που δεν το καταλαβαίνω, άκουγα πά­ντα μια δεύτερη φωνή κάπου απροσδιόριστα από το βάθος του καναπέ.
Όμως τώρα, ανάμεσα σε μας, εκεί ψηλά, και στο μπουφέ, ο ήλιος βασίλευε κι ο ουρανός χαμήλωνε κι ακουμπούσε στα κεφάλια μας σαν καύκαλο χελώνας.
Πέρα απ’ αυτόν το χαλύβδινο πύργο κυμάτιζε η σκο­τεινή και πυκνή μάζα των πεύκων, που οι κορφές τους χειρονομούσαν, ήταν ατ ίδια που δίνουν το ξύλο τους για περίτεχνα τραπέζια και καρέκλες, έτρεμαν κι αντιστέκονταν στις πρώτες ριπές, και στη μέση το πένθιμο γκρίζο στρατόπεδο, ένα μισοβυθισμένο καράβι. Εκεί στο δάσος γίνονταν εικονι­κά ξύλα και ψευτο-βαφές, προκειμένου να σπά­σουν τα επιπλα. Έσκαβαν μεγάλους λάκκους, σ’ έχωναν σ’ ένα κιβώτιο-επιπλο, σε κατέβαζαν κι άρχι­ζαν να ρίχνουν από πάνω χρώμα. Όσοι το πέρασαν αυτό, δε συνήλθαν ποτέ. Πολλοί το αγόρασαν. Ήταν μια ρηξικέλευθη πρόταση επίπλου κατοικίας. Το ίδιο πρωί εί­χαν μεταφέρει εκεί τρεις σημαντικές προσωπικότητες της διακόσμησης κι έπρεπε να το σταματήσουμε.

2 Comments